Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν ένας λογοτεχνικός ήρωας που αναμφίβολα έπασχε από κατάθλιψη, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από το ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών (συγκεκριμένα ήταν χρήστης κοκαίνης και μορφίνης, κυρίως όταν δεν ασχολείτο με κάποια υπόθεση και κατ’ επέκταση δεν έβρισκε ενδιαφέρον στην ζωή του). Πολλοί ψυχολόγοι και ψυχίατροι του περασμένου αιώνα που μελέτησαν προσεκτικά τα βιβλία του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, συμφώνησαν στο ότι ο Χολμς ήταν ένα άτομο με εξαιρετικά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, που όμως έπασχε από βαριά κατάθλιψη και ήταν μονίμως μελαγχολικός και χαμένος στις σκέψεις του. Ο θεατής της συγκεκριμένης ταινίας εύκολα μπορεί να προβεί σε συγκρίσεις και να οδηγηθεί στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ειδικά αν έχει διαβάσει έστω και λίγες από τις περιπέτειες του ήρωα.
Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010
Sherlock Holmes
Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν ένας λογοτεχνικός ήρωας που αναμφίβολα έπασχε από κατάθλιψη, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από το ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών (συγκεκριμένα ήταν χρήστης κοκαίνης και μορφίνης, κυρίως όταν δεν ασχολείτο με κάποια υπόθεση και κατ’ επέκταση δεν έβρισκε ενδιαφέρον στην ζωή του). Πολλοί ψυχολόγοι και ψυχίατροι του περασμένου αιώνα που μελέτησαν προσεκτικά τα βιβλία του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, συμφώνησαν στο ότι ο Χολμς ήταν ένα άτομο με εξαιρετικά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, που όμως έπασχε από βαριά κατάθλιψη και ήταν μονίμως μελαγχολικός και χαμένος στις σκέψεις του. Ο θεατής της συγκεκριμένης ταινίας εύκολα μπορεί να προβεί σε συγκρίσεις και να οδηγηθεί στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ειδικά αν έχει διαβάσει έστω και λίγες από τις περιπέτειες του ήρωα.
Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010
THE ROAD (2009)
Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2010
Περί της πειρατείας κινηματογραφικών ταινιών

Έκλεισαν δύο από τις μεγαλύτερες (αν όχι οι μεγαλύτερες) ελληνικές ιστοσελίδες, τύπου warez, από όπου μπορούσες να «κατεβάσεις» ταινίες στον υπολογιστή σου.
Οι σελίδες αυτές ήταν το greek-fun και ο warezakias.
Από ότι διάβασα σε φόρουμ στο διαδίκτυο, τα παιδιά που τις διαχειρίζονταν κινδυνεύουν με ποινικές διώξεις, με πρόστιμα, φυλακίσεις κτλ. Ελπίζω αυτό να μην αληθεύει και να είναι απλώς διαδόσεις, αφού δεν διάβασα κάτι επίσημο.
Δεν πρόκειται βεβαίως για μια τακτική πρωτόγνωρη.
Λίγους μήνες προηγουμένως είχε διωχθεί μια ομάδα παιδιών επειδή επιμελούνταν τον υποτιτλισμό ξένων σειρών και ταινιών και πρόσφεραν την δουλειά τους δωρεάν στην ιστοσελίδα τους.
Ας μην ξεχνούμε επίσης τι έπαθαν οι ιδρυτές του pirate bay, οι οποίοι ακόμη παιδεύονται μετά από τις αγωγές που τους κίνησαν οι κινηματογραφικοί κολοσσοί, επειδή πρόσφεραν ταινίες σε μορφή torrents.
Είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα ομολογουμένως και εννοώ βεβαίως τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Θεωρητικά, αν ενοικιάσω μία ταινία και την προβάλω στο σπίτι μου σε μια παρέα γνωστών μου, παρανομώ, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό.
Το ίδιο συμβαίνει και με το διαδίκτυο.
Σπάζω μια ταινία σε κομμάτια, την ανεβάζω σε έναν filehoster (όπως είναι φερ’ ειπείν η καθ’ όλα νόμιμη εταιρεία rapidshare) και δίνω τους κωδικούς των αρχείων σε κάποιον άλλον.
Αυτό ακριβώς έκαναν και τα παιδιά των δύο ιστοσελίδων που έκλεισαν. Μοιράζονταν τα αρχεία τους σε «αποθηκευτές αρχείων».
Ρώτησα φίλους μου νομικούς που ασχολούνται με ζητήματα διαδικτύου και μου απάντησαν πως το σχετικό νομικό πλαίσιο είναι αρκετά ασαφές.
Οι μεγάλες κινηματογραφικές εταιρείες μέσω μιας τεράστιας διαφημιστικής καμπάνιας, προσπάθησαν να μας πείσουν πως «δεν θα έκλεβες ποτέ μια τσάντα, οπότε δεν πρέπει να κλέβεις και μια ταινία».
Ελάχιστο αντίκτυπο βέβαια είχε η προσπάθειά τους.
Εκατομμύρια χρήστες του διαδικτύου κατεβάζουν εκατομμύρια ταινίες καθημερινά.
Την ίδια στιγμή που οι κινηματογραφικοί κολοσσοί έχουν τζίρο εκατομμυρίων δολαρίων.
Κι αυτό γιατί οι κινηματογραφικές αίθουσες, παρά την «πειρατεία», εξακολουθούν να γεμίζουν σε όλο τον πλανήτη, όπως επίσης και οι ψηφιακοί δίσκοι εξακολουθούν να κάνουν τρελές πωλήσεις.
Όλα δυστυχώς γίνονται για το υπερκέρδος και η προσπάθεια των εταιρειών είναι ένα αρρωστημένο σύμπτωμα του καπιταλισμού.
Όσον αφορά τα καθ’ ημάς;
Εδώ στην Κύπρο υπάρχουν ελάχιστες κινηματογραφικές αίθουσες και σχεδόν όλες φέρνουν για προβολή τα αμερικανικά μπλοκμπάστερς.
Ο σινεφίλ, ο άνθρωπος που θέλει να βρει ευρωπαϊκές ταινίες, ή ακόμη και ανεξάρτητες αμερικανικές παραγωγές, δεν μπορεί παρά να καταφύγει στην «παρανομία». Διότι τον δρόμο των κινηματογραφικών αιθουσών ακολουθούν κατά πόδας και τα καταστήματα ενοικιάσεως ταινιών.
Προσωπικά είμαι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες ταινιών παγκυπρίως αλλά «κατεβάζω» παράλληλα και από το διαδίκτυο, διότι (α) δεν μπορώ ούτε να τις δω σε κάποια αίθουσα, ούτε και να τις ενοικιάσω, (β) αδυνατώ να τις αγοράσω αφού είτε δεν υπάρχουν, είτε έχουν κυκλοφορήσει μόνο με αγγλικό υποτιτλισμό.
Νομίζω πως όσοι κόπτονται τόσο πολύ για τα πνευματικά δικαιώματα θα έπρεπε να αντικρίσουν την πραγματικότητα και να καταλάβουν πως το ποτάμι πήρε τον δρόμο του και δεν γυρίζει πίσω.
Ούτε με απειλές θα καταφέρουν κάτι, ούτε με ποινικές διώξεις.
Θα μπορούσαν όμως να κάνουν κάτι άλλο, κάτι που άρχισαν να εφαρμόζουν κάποια μουσικά συγκροτήματα: να αφήνουν τους χρήστες του διαδικτύου να κατεβάζουν ελεύθερα τις ταινίες από την επίσημη ιστοσελίδα τους και ο καθένας να προσφέρει ό,τι θέλει (κάτι που εφάρμοσε το δημοφιλές μουσικό συγκρότημα Radiohead, όταν πρόσφερε το έβδομο άλμπουμ του «In Rainbows» στην ιστοσελίδα του).
Όπως και να έχει οι ιστοσελίδες τύπου warez θα αυξάνονται καθημερινά και οι εταιρείες θα πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να αλλάξουν τακτική.
Απόστολος Μακρίδης
Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009
Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία

Είναι -δυστυχώς- αλήθεια πως η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία δεν βρήκε ουδέποτε την ανταπόκριση που θα έπρεπε και που ίσως θα περίμεναν οι εκπρόσωποί της. Οι λόγοι διάφοροι. Το μικρό αναγνωστικό κοινό, η μη προβολή των βιβλίων των κυπρίων λογοτεχνών στο ελλαδικό κοινό (που ούτως ή άλλως βομβαρδίζεται συνεχώς από πάμπολλους τίτλους που εκδίδονται ακατάπαυστα...) και δεκάδες άλλοι λόγοι.
Κι όμως είναι αλήθεια πως εκδίδονται αρκετά αξιόλογα βιβλία, είτε αυτά είναι συλλογές ποιημάτων, είτε μυθιστορήματα, είτε διηγήματα.
Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στον "Φιλελεύθερο", γραμμένο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Λευτέρη Παπαλεοντίου, περί της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας και σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω.
Παρά το ότι δεν γνωρίζω τον κ. Παπαλεοντίου, θα ήθελα, έστω κι από εδώ, να τον ευχαριστήσω που συμπεριέλαβε και την δική μου λογοτεχνική απόπειρα (λογοτέχνης δεν είμαι, ούτε και μπορώ να πω τι ακριβώς σημαίνει ο όρος αυτός) ανάμεσα στα αξιολογότερα λογοτεχνικά έργα της νεότερης γενιάς. Άλλωστε πιστεύω πως η μόνη ανταμοιβή που αξίζει σε κάποιον που αγαπά το γράψιμο, είναι να βρεθεί έστω κι ένας που να του άρεσε το βιβλίο του. Τα υπόλοιπα, κατά την ταπεινή μου πάντοτε άποψη, είναι μάταια.
Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία
Μια ευπρόσωπη και αξιόλογη παραγωγή
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ
Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκι-στρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα.
Από τη νεότερη «γενιά» (που εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1990 ή του 2000) προέρχονται άλλα τρία βιβλία που αξίζουν την προσοχή μας. Πρώτα η συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη «Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ», στα οποία ο συγγραφέας αξιοποιεί και προεκτείνει το παράδειγμα του Μπόρχες επιχειρώντας να δει «το φανταστικό προσωπείο της πραγματικότητας». Ύστερα η νουβέλα «Με ναργιλέ σβησμένο» της Μαρίας Ολυμπίου, ένα ταξίδι στην πολύπαθη Βηρυτό, στον κόσμο της Ανατολής και του Άλλου. Και, τέλος, τα διηγήματα του Απόστολου Μακρίδη «Έργα και ημέρες ενός χαμένου κορμιού», στα οποία δεσπόζουν οι λοξές, απομυθοποιητικές και διεισδυτικές ματιές στα πράγματα και στη ζωή μας. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Κύπριοι, όχι μόνο πολιτικοί αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών (όπως ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, η πεζογράφος Λίνα Σολομωνίδου και ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν), νιώθουν την ανάγκη να γράψουν αυτοβιογραφίες ή απομνημονεύματα. Η παραγωγή αυτή είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην καταλήγει στον ναρκισσισμό, την εγωπάθεια ή τη στεγνή καταγραφή. Ο συγγραφέας, για να κερδίσει τον αναγνώστη του, θα πρέπει να βρει τους κατάλληλους αφηγηματικούς τρόπους για να εξιστορήσει ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ή για να καταστήσει σημαντικά μέσω της αφήγησης και τα πιο μικρά και ασήμαντα στιγμιότυπα της ζωής και της εποχής του. Πάντως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πρόσφατη «Επιστροφή» του πανεπιστημιακού Αντώνη Μοδινού, όπου το προσωπικό και το επουσιώδες ή ακόμα και οι σκόρπιες αναφορές στο κυπριακό ιστορικό πλαίσιο του 1950 ή του 1960 δεν καταξιώνονται μέσω της αφήγησης. Με τον ίδιο τρόπο δεν καταξιώνεται ως μυθοπλασία το πρόσφατο αφήγημα με τον τίτλο «Εν μέρει ελληνίζων» του Ελλαδίτη ιστορικού Μιλτιάδη Χατζόπουλου, με το οποίο φιλοδόξησε να μυθοποιήσει μερικές πτυχές από τη ζωή στην Κύπρο στα χρόνια του αντιβρετανικού αγώνα (ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Ρόδη Ρούφου και άλλων). Όμως, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι μυθιστοριογράφοι!
Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009
«Man som hatar kvinnor» (2009)

Ο Σουηδός δημοσιογράφος Stieg Larsson ποτέ του δεν θα φανταζόταν πως τα τρία ολοκληρωμένα -αλλά ανέκδοτα- μυθιστορήματά του θα γίνονταν ευπώλητα σε ολόκληρο τον πλανήτη, αμέσως μετά τον θάνατό του το 2004. Ούτε βεβαίως πως το πρώτο από αυτά, «Το κορίτσι με το τατουάζ», θα μεταφερόταν στον κινηματογράφο και εν έτει 2009 θα θεωρείτο ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες της χρονιάς. Ο δημοφιλής στην χώρα του Larsson (όχι μονάχα για τα άρθρα του αλλά και για την συμμετοχή του σε ακτιβιστικές δραστηριότητες) άφησε στους κληρονόμους του μια ανέκδοτη τριλογία μυθιστορημάτων, υπό τον τίτλο «Millenium trilogy», με την εντολή να τα εκδώσουν, σαν να γνώριζε πως θα έφευγε πρόωρα από την ζωή (πάντως ο θάνατός του θεωρείται από κάποιους ύποπτος – υπάρχουν δεκάδες σχετικά κείμενα στο διαδίκτυο). Η ακριβής μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά είναι «Οι άντρες που μισούν τις γυναίκες», αλλά φαίνεται πως η βιομηχανία του θεάματος θεώρησε πως θα έπρεπε να τον αντικαταστήσει με κάποιον περισσότερο λαμπερό και πιασάρικο. Δύσκολο να πεις πως η ταινία είναι απλώς ένα θρίλερ, ένα φιλμ μυστηρίου. Άλλωστε το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, όπως το έχουμε συνηθίσει παρακολουθώντας αμερικανικές ταινίες, διαφέρει κατά πολύ όταν έχουμε να κάνουμε με ταινίες που η γλώσσα τους είναι διαφορετική από την αγγλική. Κι όμως είναι τα ευρωπαϊκά φιλμ που έφεραν την ανανέωση και γενικά έναν καινούριο αέρα την τελευταία δεκαετία. Ο Μίκαελ Μπλόμκβιστ είναι ένας μεσήλικας δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού Millennium, ο οποίος προσεγγίζεται από έναν μεγιστάνα του πλούτου και του ανατίθεται μια περίεργη αποστολή: να ανακαλύψει την –θεωρούμενη ως νεκρή- ανιψιά του. Έχοντας ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση για δυσφήμηση ενός διεφθαρμένου επιχειρηματία, ο πρωταγωνιστής αποδέχεται την αποστολή και ξεκινάει μία έρευνα η οποία εξαρχής μοιάζει καταδικασμένη. Την λύση έρχεται να δώσει μια νεαρή κοπέλα, η Λίζμπεθ Σαλάντερ, η οποία παρακολουθεί αθόρυβα την ζωή του Μπλομκβιστ. Μαζί θα πρέπει να ξεσκεπάσουν τις αμαρτίες που επιμελώς κρύβει μια ολόκληρη οικογένεια, αμαρτίες που θα παρασύρουν και θα εξαγνίσουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Ουσιαστικά το κεντρικό πρόσωπο δεν είναι ο (εξαιρετικός) Michael Nyqvist αλλά «η κοπέλα με το τατουάζ», την οποία ερμηνεύει (και όντως πρόκειται για μια αξέχαστη ερμηνεία...) η Noomi Rapace, ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα του σουηδικού κινηματογράφου. Η gothic εμφάνισή της αμέσως δίνει στον θεατή την εντύπωση πως πρόκειται να ταυτιστεί με μια ηρωίδα που όμοιά της σίγουρα δεν έχει ξαναδεί σε φιλμ μυστηρίου. Η αντικοινωνική της συμπεριφορά αλλά και οι δαίμονες που τυραννούν την ψυχή της, ενώ φαινομενικά φαίνονται κάτι άσχετο σεναριακά που καθυστερεί την δράση, εν τούτοις στο τέλος όλα τα κομμάτια του σκαριφήματος θα ενωθούν, συνθέτοντας μια εικόνα τόσο παραμορφωμένη, όσο και λυτρωτική. Και είναι αυτό ακριβώς το μεγάλο σκηνοθετικό και σεναριακό επίτευγμα. Εκεί που η δράση κοντεύει να φτάσει στο μηδέν (πρόκειται άλλωστε για ταινία των 152 λεπτών), ξαφνικά οι εξελίξεις εκτινάσσουν στα ύψη την αδρεναλίνη και την αγωνία. Στην ταινία θίγονται θέματα όπως η αρρωστημένη προσκόλληση στην θρησκεία, η σεξουαλική διαστροφή, η βία, η μοναξιά. Κι αυτό το τελευταίο είναι που κυριαρχεί στην ζωή των δύο πρωταγωνιστών. Μια απέραντη μοναξιά, η οποία τους ένωσε πρόσκαιρα και ξαφνικά τους χώρισε για πάντα. Γυρισμένο στην πανέμορφη Σουηδία (η φωτογραφία της ταινίας είναι εκθαμβωτική) και με πάμπολλα εξωτερικά γυρίσματα σε λίμνες, ποταμούς και χιονισμένα τοπία, το φιλμ που έκανε πρεμιέρα πριν λίγο μόλις καιρό στην Δανία, κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (αν και στην Κύπρο είναι απίθανο να προβληθεί), την ίδια στιγμή που ετοιμάζεται να βγει στα ευρωπαϊκά σινεμά η συνέχεια, υπό τον τίτλο «The girl who played with fire» (βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο του Larsson). Στα αξιοσημείωτα η μουσική του Jacob Groth, όπως επίσης και η σύντομη εμφάνιση της –ελληνικής καταγωγής- Αλεξάνδρας Πασχαλίδου (καταξιωμένη τηλεπαρουσιάστρια στην Σουηδία) στον ρόλο μιας ρεπόρτερ που καλύπτει την δίκη του πρωταγωνιστή.





