Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010

Sherlock Holmes

του Guy Ritchie

     Η διαφορά της επαγγελματικής κινηματογραφικής κριτικής από την καθαρά ερασιτεχνική (όπως, εννοείται, είναι και η δική μου), συνίσταται στο εξής: ο επαγγελματίας κριτικός γράφει και για ταινίες που δεν του άρεσαν, αφού είναι υποχρεωμένος να το κάνει από την στιγμή που πληρώνεται γι’ αυτό. Εν αντιθέσει με τον ερασιτέχνη κριτικό, ο οποίος θέλει απλώς να μιλήσει για ένα φιλμ που τον ενθουσίασε και να μοιραστεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του με κάποιους λίγους αναγνώστες που τον διαβάζουν.
    Βέβαια δεν υπάρχει κάποιος άγραφος κανόνας που να απαγορεύει στον οποιοδήποτε να κρίνει μια ταινία που δεν του άρεσε. Έκαστος έχει την άποψή του, δικαιούται να την εκφράζει, απλώς είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι bloggers που διατηρούν ιστοσελίδες κινηματογραφικής κριτικής να παρουσιάζουν κυρίως φιλμ που τους άρεσαν.
    Παρά το ότι προσωπικά δεν θέλω να κρίνω ταινίες που δεν με συγκίνησαν, εν τούτοις μπήκα στον πειρασμό να το κάνω με την συγκεκριμένη, από την στιγμή ο Sherlock Holmes είναι ένας από τους μεγαλύτερους λογοτεχνικούς μου ήρωες.
    Το φιλμ το είδα πριν ένα μήνα περίπου σε μορφή screener (τα screeners είναι οι ταινίες που στέλνονται στους κριτικούς από τις εταιρείες παραγωγής πριν την επίσημη προβολή τους, προκειμένου να γράψουν κριτικές και να έχουν σαφή άποψη). Αυτές τις μέρες η ταινία κάνει πρεμιέρα και στην Κύπρο και μου έκαναν εντύπωση τα εξώφυλλα διαφόρων εγχώριων περιοδικών και οι διθυραμβικές κριτικές που διάβασα.
    Τον Guy Ritchie, όσοι ασχολούνται έστω και λίγο με τον κινηματογράφο, τον γνωρίζουν κυρίως από τις ταινίες «Δύο καπνισμένες κάνες» και «Η αρπαχτή», που ομολογουμένως έφεραν μία δική τους εντελώς ξεχωριστή ταυτότητα και τάραξαν τα κινηματογραφικά νερά με την πρωτοτυπία τους. Βέβαια ο Βρετανός αμέσως μετά προσπάθησε να επαναλάβει την επιτυχία του (Revolver, RocknRolla) με μέτρια όμως αποτελέσματα. Μετά τον χωρισμό του με την Μαντόνα και βλέποντας την καριέρα του να παίρνει την κατιούσα, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση της Warner Bros για να σκηνοθετήσει «μία ταινία με θέμα τον διάσημο ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς»...

    Προφανώς ο Guy Ritchie δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει ποτέ του τα έργα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ (ούτως ή άλλως δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σεναριογράφους της ταινίας). Διότι οι φανατικοί αναγνώστες του Σκοτσέζου λογοτέχνη γνωρίζουν ποιος ήταν ο μυθικός ντετέκτιβ (στην λογοτεχνική πραγματικότητα) και έχουν σχηματίσει στο μυαλό τους μια συγκεκριμένη εικόνα.  Και αυτό που προκαλεί εντύπωση, είναι οι αμέτρητες δηλώσεις όλων των συντελεστών του φιλμ (μέσω συνεντεύξεων στα Μέσα) πως προσπάθησαν να παρουσιάσουν τον αληθινό Χολμς και να μην ξεφύγουν από το λογοτεχνικό πρότυπο. Προσωπικά πιστεύω πως αυτό αποτελεί από μόνο του τεκμήριο ενοχής. Όπως γράφει και ο κριτικός David Stratton, «ο Σέρλοκ Χολμς του Ritchie είναι τραβεστί του ήρωα του Ντόιλ».
    Στα 128 λεπτά της ταινίας βλέπουμε έναν Robert Downey Jr. ο οποίος προσπαθεί (;) να μιλήσει με αγγλική προφορά, προκειμένου ο θεατής να τον ταυτίσει με τον δαιμόνιο ντετέκτιβ. Έχει το παρουσιαστικό ενός μοιραίου μποέμη, φορά εξεζητημένα ρούχα, εξουδετερώνει αντιπάλους με θανάσιμα χτυπήματα καράτε (!), άλλους τους πλήττει με ένα μαγικό ραβδί που εκπέμπει ηλεκτρικό ρεύμα (!), είναι γόης κι ερωτύλος και έχει μαύρο χιούμορ. Α, ναι, επίσης παίζει βιολί όπως κι ο αυθεντικός Χολμς (βέβαια παίζει πιτσικάτο κι όχι με το δοξάρι...), και που και που χάνεται στις σκέψεις του προκειμένου να βρει την λύση του μυστηρίου.
    Είναι ένας Σέρλοκ Χολμς που περισσότερο θυμίζει κάτι από Ιντιάνα Τζόουνς και Τομ Κρουζ στο mission impossible. Στο πλάι του ένας φαιδρός (επιεικώς) Jude Law, ο οποίος απεγνωσμένα προσπαθεί να υποδυθεί τον δόκτορα Ουάτσον, τον πιστό σύντροφο του ντετέκτιβ. Ο τζέντλεμαν και σοβαρός γιατρός, μετατρέπεται εδώ σε έναν χαρούμενο τύπο ο οποίος συνεχώς προτάσσει το πιστόλι του στους «κακούς», δέρνει ανελέητα και ξεστομίζει απειλές.
    Ο σκηνοθέτης προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις που δημιουργήθηκαν από τους θαυμαστές του λογοτεχνικού ήρωα, υποστηρίζοντας πως ο Ντόιλ αναφέρει πως ο Σέρλοκ Χολμς γνώριζε πολεμικές τέχνες και ήταν άνθρωπος της δράσης. Βέβαια αυτό είναι η μισή αλήθεια.
    Σε όλες τις περιπέτειες του ντετέκτιβ, αυτός και ο σύντροφός του κάνουν χρήση των πιστολιών του μονάχα εφτά φορές. Επίσης στην «Περιπέτεια του άδειου σπιτιού» ο Χολμς λέει στον Ουάτσον πως είναι γνώστης ενός ιαπωνικού συστήματος πάλης, που τον βοήθησε να εξουδετερώσει τον μεγάλο εχθρό του, τον καθηγητή Μοριάρτι. Έχουμε δηλαδή μία έμμεση αναφορά, που ουδεμία σχέση έχει με αυτά που βλέπουμε στην ταινία.
    Όσον αφορά στις σχέσεις του με το γυναικείο φύλο, ο Χολμς περιγράφεται ως μισογύνης. Μία μόνο γυναίκα του είχε κάνει τρομερή εντύπωση, όχι βέβαια αποκλειστικά για τα θέλγητρα και τα κάλλη της, αλλά επειδή κατάφερε να τον νικήσει στην εξυπνάδα (βλέπετε την ιστορία, «το σκάνδαλο της Βοημίας»). Σε μια άλλη περίπτωση εμφανίζεται έτοιμος να παντρευτεί, αλλά μόνο και μόνο για να διαλευκάνει μια δύσκολη υπόθεση.
 
    Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν ένας λογοτεχνικός ήρωας που αναμφίβολα έπασχε από κατάθλιψη, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από το ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών (συγκεκριμένα ήταν χρήστης κοκαίνης και μορφίνης, κυρίως όταν δεν ασχολείτο με κάποια υπόθεση και κατ’ επέκταση δεν έβρισκε ενδιαφέρον στην ζωή του). Πολλοί ψυχολόγοι και ψυχίατροι του περασμένου αιώνα που μελέτησαν προσεκτικά τα βιβλία του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, συμφώνησαν στο ότι ο Χολμς ήταν ένα άτομο με εξαιρετικά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, που όμως έπασχε από βαριά κατάθλιψη και ήταν μονίμως μελαγχολικός και χαμένος στις σκέψεις του. Ο θεατής της συγκεκριμένης ταινίας εύκολα μπορεί να προβεί σε συγκρίσεις και να οδηγηθεί στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ειδικά αν έχει διαβάσει έστω και λίγες από τις περιπέτειες του ήρωα.
    Κάποιος μπορεί να πει πως ο κάθε σκηνοθέτης έχει δικαίωμα να γυρίζει τις ταινίες του όπως θέλει, διότι η τέχνη δεν έχει όρια. Αφενός θα έχει δίκιο, αφετέρου όμως αν δεχτούμε πως η τέχνη όντως δεν έχει όρια, θα πρέπει να επανεξετάσουμε και τα όρια άλλων εννοιών όπως η δημοκρατία, η ελευθερία και η δικαιοσύνη φερ’ ειπείν.
    Δεν με εξέπληξε που οι κινηματογραφικές αίθουσες στον πλανήτη γεμίζουν στις προβολές της ταινίας του Guy Ritchie. Ο μέσος θεατής αυτά θέλει να βλέπει κι αυτά ακριβώς του προσφέρουν οι κολοσσοί του θεάματος. Κανείς τους δεν έχει ενδοιασμούς να παρουσιάσει τον Αλέξανδρο ως έναν νευρωτικό ομοφυλόφιλο ή τον Αχιλλέα ως έναν κουρσάρο – πειρατή. Δεν ξέρω αν η τέχνη έχει όρια, πάντως ο καπιταλισμός σίγουρα δεν έχει.
    Βέβαια αυτό που με εξέπληξε περισσότερο απ’ όλα ήταν η Χρυσή Σφαίρα που κέρδισε ο Robert Downey Jr., ο οποίος άφησε πίσω του τους πολύ καλύτερούς του Matt Damon, Daniel Day Lewis και τον Joseph Gordon Levitt. Ακόμη κι ο Michael Stuhlbarg που πρωταγωνίστησε στο «a serious man» των αδερφών Κοέν, θεωρώ πως άξιζε περισσότερο να βραβευτεί.
    Αν βρήκα κάποιο καλό στοιχείο στην ταινία; Βεβαίως. Η εξαιρετική μουσική του Γερμανού Hans Zimmer, ο οποίος είναι ίσως ο μεγαλύτερος σύγχρονος συνθέτης μουσικών επενδύσεων κινηματογραφικών ταινιών (Rain Man, The thin Red Line, Gladiator, The last Samurai, The Da Vinci Code, The Dark Knight, Black Hawk Down).
    Όσοι δεν γνωρίζουν πολλά για τον «λογοτεχνικό» Σέρλοκ Χολμς, ίσως βρουν την ταινία ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική. Οι υπόλοιποι σίγουρα θα εύχονταν να μην την είχαν δει... 
Απόστολος Μακρίδης

* Δείτε το τρέιλερ 
http://www.youtube.com/watch?v=QUQbmFAE5WI

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

THE ROAD (2009)

του John Hillcoat


«Ακόμη κι αν πεθάνω, πρέπει να συνεχίσεις
να μεταφέρεις την φωτιά που έχεις
μέσα στην ψυχή σου...»

        Τον κινηματογραφικό όρο «road movie», στην ελληνική γλώσσα θα μπορούσα να τον αποδώσω ως εξής: είναι ένα φιλμ του οποίου η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά την διάρκεια κάποιου ταξιδιού, το οποίο ταξίδι ξεκινά με την έναρξη της ταινίας και (συνήθως) λήγει όταν πέφτουν και οι τίτλοι του τέλους.
     Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού οι ήρωες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ξεπερνούν εξωτερικούς σκοπέλους, τις πλείστες φορές όμως καλούνται να ξεπεράσουν ένα επώδυνο παρελθόν ή κάποιους δαίμονες που τυραννούν την ψυχή τους. Σχεδόν πάντοτε οι ήρωες, ως προς τον χαρακτήρα, είναι εντελώς διαφορετικοί. Μέχρι το τέλος βέβαια, όπου επιβεβαιώνεται πως τα ετερώνυμα έλκονται, είτε μέσα από ένα μάθημα ζωής, είτε μέσα από τον θάνατο ενός εκ των πρωταγωνιστών.
     Δεν είναι τυχαίο πως μερικές από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Από τα εντελώς ψυχεδελικά «Apocalypse now» και «Fear and loathing in Las Vegas», μέχρι το «Boys don’t cry», το εξαιρετικό «Broken flowers» του Τζάρμους, το κλασικό «the wizard of oz», το καταθλιπτικό «Straight Story» του Ντέιβιντ Λιντς, το αξέχαστο «Natural Born Killers» του Στόουν, όπως βέβαια και το κορυφαίο b-movie «The Hitcher», ένα από τα καλύτερα θρίλερ της δεκαετίας του 80. Και ακόμη δεκάδες άλλες ταινίες, που απλώς δεν μου έρχονται στο μυαλό αυτή τη στιγμή.
     Η ταινία του Hillcoat («The Proposition» - καλύτερο αυστραλιανό φιλμ του 2005) είναι βασισμένη στο ευπώλητο ομώνυμο βιβλίο του Cormac McCarthy, ο οποίος πριν πέντε χρόνια είχε εκδώσει το «No country for old men», που τόσο αριστουργηματικά μετέφεραν στην οθόνη οι αδερφοί Coen. Ο συγγραφέας δήλωσε πως εμπνεύστηκε το βιβλίο του (το οποίο σημειωτέον κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ) από ένα ταξίδι που έκανε με τον γιο του στο Ελ Πάσο του Τέξας. 
    Ο ανθρώπινος πολιτισμός, όπως τον ξέρουμε, έχει καταστραφεί από έναν κατακλυσμό. Όλα μοιάζουν να καταρρέουν και παντού κυριαρχούν εικόνες της Αποκάλυψης. Τα δέντρα αργοπεθαίνουν και πέφτουν συνεχώς από μόνα τους, το νερό είναι μολυσμένο, τα ζώα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, το κρύο είναι αφόρητο και ο ουρανός μονίμως γκρίζος, ενώ συχνές σεισμικές δονήσεις τρομοκρατούν όσους ελάχιστους έχουν καταφέρει να επιβιώσουν.
    Σ’ αυτόν τον «νεκρό» κόσμο αγωνίζονται να επιβιώσουν ο ανώνυμος άντρας (Viggo Mortensen) μαζί με τον μικρό γιο του (Kodi Smit Mc-Phee). Με την τεχνική των φλας-μπακ που στοιχειώνουν την ψυχή του πρωταγωνιστή, πληροφορούμαστε το τραγικό παρελθόν της οικογένειας. Η μητέρα του ανώνυμου παιδιού (Charlize Theron) τους εγκατέλειψε, αρνούμενη να δει τα αγαπημένα της πρόσωπα να πεθαίνουν. Πατέρας και γιος αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα μεγάλο κι επικίνδυνο ταξίδι προς τον νότο, όπου ελπίζουν πως το κλίμα είναι θερμότερο.
    Ο ανώνυμος άντρας έχει μαζί του ένα πιστόλι με δυο σφαίρες και σκέφτεται να λυτρώσει τον εαυτό του και τον γιο του από το μαρτύριο που ζουν. Έχει γίνει σκληρός, δεν εμπιστεύεται κανέναν και η αγάπη έχει εγκαταλείψει την ψυχή του. Από την άλλη ο γιος του, γεννημένος μετά την καταστροφή, έχοντας βιώσει μονάχα τον πόνο, μεταφέρει στην ψυχή του την φλόγα του πραγματικού ανθρώπου, την φλόγα της αλληλεγγύης, της φιλανθρωπίας και του αλτρουισμού. Γι’ αυτόν όλοι οι άνθρωποι, ακόμη κι οι πιο αδίστακτοι, είναι εν δυνάμει αγαθοί. Κι ακόμα και οι πλέον σκληροί λυγίζουν μπροστά του, βλέποντας στα αθώα μάτια του μικρού μια σπίθα ελπίδας, ένα καλύτερο μέλλον.
    «Ο δρόμος» τους, είναι ένα μονοπάτι δύσβατο, γεμάτο δοκιμασίες. Θα αντιμετωπίσουν κανίβαλους, ληστές, ανθρώπους χωρίς ψυχή και χωρίς συμπόνια, τρελούς φιλόσοφους που αργοπεθαίνουν δίχως ελπίδα. Και καθώς βαδίζουν κάτω από τον γκρίζο ουρανό, θα βιώσουν την μέγιστη δοκιμασία, που δεν είναι άλλη από την μεταξύ τους σύγκρουση. Την στιγμή που ο μικρός ανώνυμος ήρωας θα θελήσει να μεταφέρει την φλόγα του, τα μάτια του θεατή θα τρεμοπαίξουν και θα δακρύσει δίχως ντροπή, μπροστά στο μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής...
    Η ταινία, γυρισμένη στα πανέμορφα δάση της Πενσυλβάνια και στην Νέα Ορλεάνη (και με χαμηλό σχετικά προϋπολογισμό), «γύρισε» πολλά φεστιβάλ, απέσπασε καλές κριτικές, αλλά έμεινε με άδεια χέρια (στην Βενετία ήταν προτεινόμενη για τον «Χρυσό Λέοντα»). Πολλοί κριτικοί υποστηρίζουν πως θα πάρει πίσω το «αίμα» της στα Όσκαρ, αν και προσωπικά διαφωνώ. «Ο δρόμος» θεωρώ πως θα μείνει ένα διαμάντι ανεκτίμητο, μέχρι να ανακαλύψουν οι θεατές την μαγεία του ετεροχρονισμένα, όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα αριστουργήματα.
    Ο Viggo Mortensen, ως ο ανώνυμος άντρας, δίνει τα ρέστα του. Άξιζε μια ευκαιρία να αναδείξει το πραγματικό του ταλέντο (είδαμε κάποια ψήγματα στο «The history of violence» του Κρόνεμπεργκ) και την άρπαξε απ’ τα μαλλιά. Ο δε πιτσιρικάς στον ρόλο του ανώνυμου γιου του άντρα, είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Προσωπικά πιστεύω πως είναι το πλέον ταλαντούχο παιδί που έχω δει σε ταινία τα τελευταία χρόνια (και δεν είναι και λίγα τα παιδιά που εμφανίζονται ως «μελλοντικοί αστέρες»).
    Ο Δρόμος είναι μια ταινία που μιλά για την ανθρώπινη ψυχή και συνδιαλέγεται μαζί της. Και είναι σπάνιο για μια ταινία τόσο συγκινητική, μόλις τελειώσει να θέλεις να την ξαναδείς. Ίσως γιατί κι ο κάθε άνθρωπος περπατά έναν δρόμο, γεμάτο λύπες και γεμάτο μοναξιά, αλλά και με στιγμές που του χαρίζουν την ευκαιρία να ξεπεράσει την φθαρτή του σάρκα και να αποθεώσει την μαγεία που κρύβει μέσα του...
 Απόστολος Μακρίδης
*το επίσημο τρέιλερ της ταινίας 
http://www.youtube.com/watch?v=hbLgszfXTAY

Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2010

Περί της πειρατείας κινηματογραφικών ταινιών


Έκλεισαν δύο από τις μεγαλύτερες (αν όχι οι μεγαλύτερες) ελληνικές ιστοσελίδες, τύπου warez, από όπου μπορούσες να «κατεβάσεις» ταινίες στον υπολογιστή σου.

Οι σελίδες αυτές ήταν το greek-fun και ο warezakias.

Από ότι διάβασα σε φόρουμ στο διαδίκτυο, τα παιδιά που τις διαχειρίζονταν κινδυνεύουν με ποινικές διώξεις, με πρόστιμα, φυλακίσεις κτλ. Ελπίζω αυτό να μην αληθεύει και να είναι απλώς διαδόσεις, αφού δεν διάβασα κάτι επίσημο.

Δεν πρόκειται βεβαίως για μια τακτική πρωτόγνωρη.

Λίγους μήνες προηγουμένως είχε διωχθεί μια ομάδα παιδιών επειδή επιμελούνταν τον υποτιτλισμό ξένων σειρών και ταινιών και πρόσφεραν την δουλειά τους δωρεάν στην ιστοσελίδα τους.

Ας μην ξεχνούμε επίσης τι έπαθαν οι ιδρυτές του pirate bay, οι οποίοι ακόμη παιδεύονται μετά από τις αγωγές που τους κίνησαν οι κινηματογραφικοί κολοσσοί, επειδή πρόσφεραν ταινίες σε μορφή torrents.

Είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα ομολογουμένως και εννοώ βεβαίως τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Θεωρητικά, αν ενοικιάσω μία ταινία και την προβάλω στο σπίτι μου σε μια παρέα γνωστών μου, παρανομώ, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό.

Το ίδιο συμβαίνει και με το διαδίκτυο.

Σπάζω μια ταινία σε κομμάτια, την ανεβάζω σε έναν filehoster (όπως είναι φερ’ ειπείν η καθ’ όλα νόμιμη εταιρεία rapidshare) και δίνω τους κωδικούς των αρχείων σε κάποιον άλλον.

Αυτό ακριβώς έκαναν και τα παιδιά των δύο ιστοσελίδων που έκλεισαν. Μοιράζονταν τα αρχεία τους σε «αποθηκευτές αρχείων».

Ρώτησα φίλους μου νομικούς που ασχολούνται με ζητήματα διαδικτύου και μου απάντησαν πως το σχετικό νομικό πλαίσιο είναι αρκετά ασαφές.

Οι μεγάλες κινηματογραφικές εταιρείες μέσω μιας τεράστιας διαφημιστικής καμπάνιας, προσπάθησαν να μας πείσουν πως «δεν θα έκλεβες ποτέ μια τσάντα, οπότε δεν πρέπει να κλέβεις και μια ταινία».

Ελάχιστο αντίκτυπο βέβαια είχε η προσπάθειά τους.

Εκατομμύρια χρήστες του διαδικτύου κατεβάζουν εκατομμύρια ταινίες καθημερινά.

Την ίδια στιγμή που οι κινηματογραφικοί κολοσσοί έχουν τζίρο εκατομμυρίων δολαρίων.

Κι αυτό γιατί οι κινηματογραφικές αίθουσες, παρά την «πειρατεία», εξακολουθούν να γεμίζουν σε όλο τον πλανήτη, όπως επίσης και οι ψηφιακοί δίσκοι εξακολουθούν να κάνουν τρελές πωλήσεις.

Όλα δυστυχώς γίνονται για το υπερκέρδος και η προσπάθεια των εταιρειών είναι ένα αρρωστημένο σύμπτωμα του καπιταλισμού.

Όσον αφορά τα καθ’ ημάς;

Εδώ στην Κύπρο υπάρχουν ελάχιστες κινηματογραφικές αίθουσες και σχεδόν όλες φέρνουν για προβολή τα αμερικανικά μπλοκμπάστερς.

Ο σινεφίλ, ο άνθρωπος που θέλει να βρει ευρωπαϊκές ταινίες, ή ακόμη και ανεξάρτητες αμερικανικές παραγωγές, δεν μπορεί παρά να καταφύγει στην «παρανομία». Διότι τον δρόμο των κινηματογραφικών αιθουσών ακολουθούν κατά πόδας και τα καταστήματα ενοικιάσεως ταινιών.

Προσωπικά είμαι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες ταινιών παγκυπρίως αλλά «κατεβάζω» παράλληλα και από το διαδίκτυο, διότι (α) δεν μπορώ ούτε να τις δω σε κάποια αίθουσα, ούτε και να τις ενοικιάσω, (β) αδυνατώ να τις αγοράσω αφού είτε δεν υπάρχουν, είτε έχουν κυκλοφορήσει μόνο με αγγλικό υποτιτλισμό.

Νομίζω πως όσοι κόπτονται τόσο πολύ για τα πνευματικά δικαιώματα θα έπρεπε να αντικρίσουν την πραγματικότητα και να καταλάβουν πως το ποτάμι πήρε τον δρόμο του και δεν γυρίζει πίσω.

Ούτε με απειλές θα καταφέρουν κάτι, ούτε με ποινικές διώξεις.

Θα μπορούσαν όμως να κάνουν κάτι άλλο, κάτι που άρχισαν να εφαρμόζουν κάποια μουσικά συγκροτήματα: να αφήνουν τους χρήστες του διαδικτύου να κατεβάζουν ελεύθερα τις ταινίες από την επίσημη ιστοσελίδα τους και ο καθένας να προσφέρει ό,τι θέλει (κάτι που εφάρμοσε το δημοφιλές μουσικό συγκρότημα Radiohead, όταν πρόσφερε το έβδομο άλμπουμ του «In Rainbows» στην ιστοσελίδα του).

Όπως και να έχει οι ιστοσελίδες τύπου warez θα αυξάνονται καθημερινά και οι εταιρείες θα πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να αλλάξουν τακτική.

Απόστολος Μακρίδης

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία


Είναι -δυστυχώς- αλήθεια πως η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία δεν βρήκε ουδέποτε την ανταπόκριση που θα έπρεπε και που ίσως θα περίμεναν οι εκπρόσωποί της. Οι λόγοι διάφοροι. Το μικρό αναγνωστικό κοινό, η μη προβολή των βιβλίων των κυπρίων λογοτεχνών στο ελλαδικό κοινό (που ούτως ή άλλως βομβαρδίζεται συνεχώς από πάμπολλους τίτλους που εκδίδονται ακατάπαυστα...) και δεκάδες άλλοι λόγοι.

Κι όμως είναι αλήθεια πως εκδίδονται αρκετά αξιόλογα βιβλία, είτε αυτά είναι συλλογές ποιημάτων, είτε μυθιστορήματα, είτε διηγήματα.

Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στον "Φιλελεύθερο", γραμμένο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Λευτέρη Παπαλεοντίου, περί της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας και σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω.

Παρά το ότι δεν γνωρίζω τον κ. Παπαλεοντίου, θα ήθελα, έστω κι από εδώ, να τον ευχαριστήσω που συμπεριέλαβε και την δική μου λογοτεχνική απόπειρα (λογοτέχνης δεν είμαι, ούτε και μπορώ να πω τι ακριβώς σημαίνει ο όρος αυτός) ανάμεσα στα αξιολογότερα λογοτεχνικά έργα της νεότερης γενιάς. Άλλωστε πιστεύω πως η μόνη ανταμοιβή που αξίζει σε κάποιον που αγαπά το γράψιμο, είναι να βρεθεί έστω κι ένας που να του άρεσε το βιβλίο του. Τα υπόλοιπα, κατά την ταπεινή μου πάντοτε άποψη, είναι μάταια.
Απόστολος Μακρίδης

Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία
Μια ευπρόσωπη και αξιόλογη παραγωγή

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκι-
στρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες κυκλοφορούν όλο και περισσότερα πεζογραφήματα Κυπρίων, κυρίως διηγήματα και νουβέλες και λιγότερα μυθιστορήματα, που μπορούν να θεωρηθούν ευπρόσωπα και αξιόλογα. Παρόλο που η ποίηση και η πεζογραφία δεν είναι συγκρίσιμοι όροι, έχω την εντύπωση ότι η δημιουργική πεζογραφία στην Κύπρο δεν είναι υποδεέστερη σε σχέση με την ποιητική παραγωγή, όπως υποστηρίζεται κατά καιρούς. Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκιστρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα. Από τις εκδόσεις του 2008 και του 2009 (τουλάχιστον όσες έχω υπόψη μου) έχω ξεχωρίσει οχτώ αξιανάγνωστα και αξιόλογα βιβλία δημιουργικής πεζογραφίας, από τα οποία κανένα δεν συνδέεται με τη θεματική του 1974. Τρία από αυτά ανήκουν στη θαλερή «γενιά του 1960»: Ο Πάνος Ιωαννίδης επανήλθε δριμύτερος με το ογκώδες μυθιστόρημά του «Αμερική ’62», στο οποίο καταθέτει ένα «ιδιότυπο οδοιπορικό» για τη «χώρα των σύγχρονων Λωτοφάγων», ενώ παράλληλα αγγίζει με τη δύναμη της σατιρικής και ειρωνικής γραφής του ποικίλα θέματα. Έντονα σατιρικό είναι και το πιο οικονομημένο μυθιστόρημα του Γιάννη Κατσούρη «Τα κατά Ευαγόραν και Ευγενίαν ή Οι αγώνες του κερατά», στο οποίο ο πεζογράφος επανέρχεται σε ένα από τα πιο αγαπημένα του θέματα· τη σάτιρα ιερωμένων και αξιωματούχων της Εκκλησίας που επιδίδονται σε εμπορικές και ερωτικές δραστηριότητες. Εξάλλου, η Ρήνα Κατσελλή συγκέντρωσε σε έναν ογκώδη τόμο το μυθιστορηματικό χρονικό «Κερύνεια εκ στόματος γερόντων», που απαρτίζεται από διηγήσεις ηλικιωμένων γύρω από τον κόσμο της Κερύνειας του όψιμου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα. Δυο αφηγήματα οφείλονται σε εκπροσώπους της λεγόμενης «γενιάς του 1974». Η Μυρτώ Αζίνα, ύστερα από ένα εφηβικό ημερολογιακό αφήγημα και δυο τόμους με μικρά πεζά, προχώρησε στο «Πείραμα», ένα ιδιόμορφο, σπονδυλωτό αφήγημα με επιμέρους διηγήσεις που τείνουν να ενορχηστρωθούν και να προσεγγίσουν τη δομή ενός μυθιστορήματος, στο οποίο πειραματίζεται τόσο με τις σχέσεις του ερωτικού ζευγαριού που πρωταγωνιστεί στο κείμενό της όσο και με ζητήματα ποιητικής. Ο Σάββας Παύλου, ύστερα από σειρά βιβλίων με μικρότερα πεζά (όπου ξεχωρίζουν τα μπορχεσιανής υφής «Το επί πλέον» και «Η πρώτη κίνηση»), εκδίδει ένα πρώτο, πειραματικό μυθιστόρημα, στο οποίο συμπλέκονται με απροσδόκητο τρόπο διαφορετικές περιοχές (η ανθρωπιστική παιδεία, η φυσική και η πληροφορική), για να αναδειχθεί το ίδιο το κείμενο ως γλωσσική κατασκευή.

Από τη νεότερη «γενιά» (που εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1990 ή του 2000) προέρχονται άλλα τρία βιβλία που αξίζουν την προσοχή μας. Πρώτα η συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη «Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ», στα οποία ο συγγραφέας αξιοποιεί και προεκτείνει το παράδειγμα του Μπόρχες επιχειρώντας να δει «το φανταστικό προσωπείο της πραγματικότητας». Ύστερα η νουβέλα «Με ναργιλέ σβησμένο» της Μαρίας Ολυμπίου, ένα ταξίδι στην πολύπαθη Βηρυτό, στον κόσμο της Ανατολής και του Άλλου. Και, τέλος, τα διηγήματα του Απόστολου Μακρίδη «Έργα και ημέρες ενός χαμένου κορμιού», στα οποία δεσπόζουν οι λοξές, απομυθοποιητικές και διεισδυτικές ματιές στα πράγματα και στη ζωή μας.
Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Κύπριοι, όχι μόνο πολιτικοί αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών (όπως ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, η πεζογράφος Λίνα Σολομωνίδου και ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν), νιώθουν την ανάγκη να γράψουν αυτοβιογραφίες ή απομνημονεύματα. Η παραγωγή αυτή είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην καταλήγει στον ναρκισσισμό, την εγωπάθεια ή τη στεγνή καταγραφή. Ο συγγραφέας, για να κερδίσει τον αναγνώστη του, θα πρέπει να βρει τους κατάλληλους αφηγηματικούς τρόπους για να εξιστορήσει ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ή για να καταστήσει σημαντικά μέσω της αφήγησης και τα πιο μικρά και ασήμαντα στιγμιότυπα της ζωής και της εποχής του. Πάντως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πρόσφατη «Επιστροφή» του πανεπιστημιακού Αντώνη Μοδινού, όπου το προσωπικό και το επουσιώδες ή ακόμα και οι σκόρπιες αναφορές στο κυπριακό ιστορικό πλαίσιο του 1950 ή του 1960 δεν καταξιώνονται μέσω της αφήγησης. Με τον ίδιο τρόπο δεν καταξιώνεται ως μυθοπλασία το πρόσφατο αφήγημα με τον τίτλο «Εν μέρει ελληνίζων» του Ελλαδίτη ιστορικού Μιλτιάδη Χατζόπουλου, με το οποίο φιλοδόξησε να μυθοποιήσει μερικές πτυχές από τη ζωή στην Κύπρο στα χρόνια του αντιβρετανικού αγώνα (ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Ρόδη Ρούφου και άλλων). Όμως, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι μυθιστοριογράφοι!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

«Man som hatar kvinnor» (2009)


Ο Σουηδός δημοσιογράφος Stieg Larsson ποτέ του δεν θα φανταζόταν πως τα τρία ολοκληρωμένα -αλλά ανέκδοτα- μυθιστορήματά του θα γίνονταν ευπώλητα σε ολόκληρο τον πλανήτη, αμέσως μετά τον θάνατό του το 2004. Ούτε βεβαίως πως το πρώτο από αυτά, «Το κορίτσι με το τατουάζ», θα μεταφερόταν στον κινηματογράφο και εν έτει 2009 θα θεωρείτο ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες της χρονιάς. Ο δημοφιλής στην χώρα του Larsson (όχι μονάχα για τα άρθρα του αλλά και για την συμμετοχή του σε ακτιβιστικές δραστηριότητες) άφησε στους κληρονόμους του μια ανέκδοτη τριλογία μυθιστορημάτων, υπό τον τίτλο «Millenium trilogy», με την εντολή να τα εκδώσουν, σαν να γνώριζε πως θα έφευγε πρόωρα από την ζωή (πάντως ο θάνατός του θεωρείται από κάποιους ύποπτος – υπάρχουν δεκάδες σχετικά κείμενα στο διαδίκτυο). Η ακριβής μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά είναι «Οι άντρες που μισούν τις γυναίκες», αλλά φαίνεται πως η βιομηχανία του θεάματος θεώρησε πως θα έπρεπε να τον αντικαταστήσει με κάποιον περισσότερο λαμπερό και πιασάρικο. Δύσκολο να πεις πως η ταινία είναι απλώς ένα θρίλερ, ένα φιλμ μυστηρίου. Άλλωστε το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, όπως το έχουμε συνηθίσει παρακολουθώντας αμερικανικές ταινίες, διαφέρει κατά πολύ όταν έχουμε να κάνουμε με ταινίες που η γλώσσα τους είναι διαφορετική από την αγγλική. Κι όμως είναι τα ευρωπαϊκά φιλμ που έφεραν την ανανέωση και γενικά έναν καινούριο αέρα την τελευταία δεκαετία. Ο Μίκαελ Μπλόμκβιστ είναι ένας μεσήλικας δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού Millennium, ο οποίος προσεγγίζεται από έναν μεγιστάνα του πλούτου και του ανατίθεται μια περίεργη αποστολή: να ανακαλύψει την –θεωρούμενη ως νεκρή- ανιψιά του. Έχοντας ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση για δυσφήμηση ενός διεφθαρμένου επιχειρηματία, ο πρωταγωνιστής αποδέχεται την αποστολή και ξεκινάει μία έρευνα η οποία εξαρχής μοιάζει καταδικασμένη. Την λύση έρχεται να δώσει μια νεαρή κοπέλα, η Λίζμπεθ Σαλάντερ, η οποία παρακολουθεί αθόρυβα την ζωή του Μπλομκβιστ. Μαζί θα πρέπει να ξεσκεπάσουν τις αμαρτίες που επιμελώς κρύβει μια ολόκληρη οικογένεια, αμαρτίες που θα παρασύρουν και θα εξαγνίσουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Ουσιαστικά το κεντρικό πρόσωπο δεν είναι ο (εξαιρετικός) Michael Nyqvist αλλά «η κοπέλα με το τατουάζ», την οποία ερμηνεύει (και όντως πρόκειται για μια αξέχαστη ερμηνεία...) η Noomi Rapace, ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα του σουηδικού κινηματογράφου. Η gothic εμφάνισή της αμέσως δίνει στον θεατή την εντύπωση πως πρόκειται να ταυτιστεί με μια ηρωίδα που όμοιά της σίγουρα δεν έχει ξαναδεί σε φιλμ μυστηρίου. Η αντικοινωνική της συμπεριφορά αλλά και οι δαίμονες που τυραννούν την ψυχή της, ενώ φαινομενικά φαίνονται κάτι άσχετο σεναριακά που καθυστερεί την δράση, εν τούτοις στο τέλος όλα τα κομμάτια του σκαριφήματος θα ενωθούν, συνθέτοντας μια εικόνα τόσο παραμορφωμένη, όσο και λυτρωτική. Και είναι αυτό ακριβώς το μεγάλο σκηνοθετικό και σεναριακό επίτευγμα. Εκεί που η δράση κοντεύει να φτάσει στο μηδέν (πρόκειται άλλωστε για ταινία των 152 λεπτών), ξαφνικά οι εξελίξεις εκτινάσσουν στα ύψη την αδρεναλίνη και την αγωνία. Στην ταινία θίγονται θέματα όπως η αρρωστημένη προσκόλληση στην θρησκεία, η σεξουαλική διαστροφή, η βία, η μοναξιά. Κι αυτό το τελευταίο είναι που κυριαρχεί στην ζωή των δύο πρωταγωνιστών. Μια απέραντη μοναξιά, η οποία τους ένωσε πρόσκαιρα και ξαφνικά τους χώρισε για πάντα. Γυρισμένο στην πανέμορφη Σουηδία (η φωτογραφία της ταινίας είναι εκθαμβωτική) και με πάμπολλα εξωτερικά γυρίσματα σε λίμνες, ποταμούς και χιονισμένα τοπία, το φιλμ που έκανε πρεμιέρα πριν λίγο μόλις καιρό στην Δανία, κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (αν και στην Κύπρο είναι απίθανο να προβληθεί), την ίδια στιγμή που ετοιμάζεται να βγει στα ευρωπαϊκά σινεμά η συνέχεια, υπό τον τίτλο «The girl who played with fire» (βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο του Larsson). Στα αξιοσημείωτα η μουσική του Jacob Groth, όπως επίσης και η σύντομη εμφάνιση της –ελληνικής καταγωγής- Αλεξάνδρας Πασχαλίδου (καταξιωμένη τηλεπαρουσιάστρια στην Σουηδία) στον ρόλο μιας ρεπόρτερ που καλύπτει την δίκη του πρωταγωνιστή.
Απόστολος Μακρίδης