
Είναι -δυστυχώς- αλήθεια πως η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία δεν βρήκε ουδέποτε την ανταπόκριση που θα έπρεπε και που ίσως θα περίμεναν οι εκπρόσωποί της. Οι λόγοι διάφοροι. Το μικρό αναγνωστικό κοινό, η μη προβολή των βιβλίων των κυπρίων λογοτεχνών στο ελλαδικό κοινό (που ούτως ή άλλως βομβαρδίζεται συνεχώς από πάμπολλους τίτλους που εκδίδονται ακατάπαυστα...) και δεκάδες άλλοι λόγοι.
Κι όμως είναι αλήθεια πως εκδίδονται αρκετά αξιόλογα βιβλία, είτε αυτά είναι συλλογές ποιημάτων, είτε μυθιστορήματα, είτε διηγήματα.
Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στον "Φιλελεύθερο", γραμμένο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Λευτέρη Παπαλεοντίου, περί της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας και σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω.
Παρά το ότι δεν γνωρίζω τον κ. Παπαλεοντίου, θα ήθελα, έστω κι από εδώ, να τον ευχαριστήσω που συμπεριέλαβε και την δική μου λογοτεχνική απόπειρα (λογοτέχνης δεν είμαι, ούτε και μπορώ να πω τι ακριβώς σημαίνει ο όρος αυτός) ανάμεσα στα αξιολογότερα λογοτεχνικά έργα της νεότερης γενιάς. Άλλωστε πιστεύω πως η μόνη ανταμοιβή που αξίζει σε κάποιον που αγαπά το γράψιμο, είναι να βρεθεί έστω κι ένας που να του άρεσε το βιβλίο του. Τα υπόλοιπα, κατά την ταπεινή μου πάντοτε άποψη, είναι μάταια.
Απόστολος Μακρίδης
Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία
Μια ευπρόσωπη και αξιόλογη παραγωγή
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ
Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκι-στρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα.
Από τη νεότερη «γενιά» (που εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1990 ή του 2000) προέρχονται άλλα τρία βιβλία που αξίζουν την προσοχή μας. Πρώτα η συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη «Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ», στα οποία ο συγγραφέας αξιοποιεί και προεκτείνει το παράδειγμα του Μπόρχες επιχειρώντας να δει «το φανταστικό προσωπείο της πραγματικότητας». Ύστερα η νουβέλα «Με ναργιλέ σβησμένο» της Μαρίας Ολυμπίου, ένα ταξίδι στην πολύπαθη Βηρυτό, στον κόσμο της Ανατολής και του Άλλου. Και, τέλος, τα διηγήματα του Απόστολου Μακρίδη «Έργα και ημέρες ενός χαμένου κορμιού», στα οποία δεσπόζουν οι λοξές, απομυθοποιητικές και διεισδυτικές ματιές στα πράγματα και στη ζωή μας. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Κύπριοι, όχι μόνο πολιτικοί αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών (όπως ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, η πεζογράφος Λίνα Σολομωνίδου και ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν), νιώθουν την ανάγκη να γράψουν αυτοβιογραφίες ή απομνημονεύματα. Η παραγωγή αυτή είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην καταλήγει στον ναρκισσισμό, την εγωπάθεια ή τη στεγνή καταγραφή. Ο συγγραφέας, για να κερδίσει τον αναγνώστη του, θα πρέπει να βρει τους κατάλληλους αφηγηματικούς τρόπους για να εξιστορήσει ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ή για να καταστήσει σημαντικά μέσω της αφήγησης και τα πιο μικρά και ασήμαντα στιγμιότυπα της ζωής και της εποχής του. Πάντως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πρόσφατη «Επιστροφή» του πανεπιστημιακού Αντώνη Μοδινού, όπου το προσωπικό και το επουσιώδες ή ακόμα και οι σκόρπιες αναφορές στο κυπριακό ιστορικό πλαίσιο του 1950 ή του 1960 δεν καταξιώνονται μέσω της αφήγησης. Με τον ίδιο τρόπο δεν καταξιώνεται ως μυθοπλασία το πρόσφατο αφήγημα με τον τίτλο «Εν μέρει ελληνίζων» του Ελλαδίτη ιστορικού Μιλτιάδη Χατζόπουλου, με το οποίο φιλοδόξησε να μυθοποιήσει μερικές πτυχές από τη ζωή στην Κύπρο στα χρόνια του αντιβρετανικού αγώνα (ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Ρόδη Ρούφου και άλλων). Όμως, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι μυθιστοριογράφοι!



