Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία


Είναι -δυστυχώς- αλήθεια πως η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία δεν βρήκε ουδέποτε την ανταπόκριση που θα έπρεπε και που ίσως θα περίμεναν οι εκπρόσωποί της. Οι λόγοι διάφοροι. Το μικρό αναγνωστικό κοινό, η μη προβολή των βιβλίων των κυπρίων λογοτεχνών στο ελλαδικό κοινό (που ούτως ή άλλως βομβαρδίζεται συνεχώς από πάμπολλους τίτλους που εκδίδονται ακατάπαυστα...) και δεκάδες άλλοι λόγοι.

Κι όμως είναι αλήθεια πως εκδίδονται αρκετά αξιόλογα βιβλία, είτε αυτά είναι συλλογές ποιημάτων, είτε μυθιστορήματα, είτε διηγήματα.

Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στον "Φιλελεύθερο", γραμμένο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Λευτέρη Παπαλεοντίου, περί της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας και σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω.

Παρά το ότι δεν γνωρίζω τον κ. Παπαλεοντίου, θα ήθελα, έστω κι από εδώ, να τον ευχαριστήσω που συμπεριέλαβε και την δική μου λογοτεχνική απόπειρα (λογοτέχνης δεν είμαι, ούτε και μπορώ να πω τι ακριβώς σημαίνει ο όρος αυτός) ανάμεσα στα αξιολογότερα λογοτεχνικά έργα της νεότερης γενιάς. Άλλωστε πιστεύω πως η μόνη ανταμοιβή που αξίζει σε κάποιον που αγαπά το γράψιμο, είναι να βρεθεί έστω κι ένας που να του άρεσε το βιβλίο του. Τα υπόλοιπα, κατά την ταπεινή μου πάντοτε άποψη, είναι μάταια.
Απόστολος Μακρίδης

Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία
Μια ευπρόσωπη και αξιόλογη παραγωγή

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκι-
στρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες κυκλοφορούν όλο και περισσότερα πεζογραφήματα Κυπρίων, κυρίως διηγήματα και νουβέλες και λιγότερα μυθιστορήματα, που μπορούν να θεωρηθούν ευπρόσωπα και αξιόλογα. Παρόλο που η ποίηση και η πεζογραφία δεν είναι συγκρίσιμοι όροι, έχω την εντύπωση ότι η δημιουργική πεζογραφία στην Κύπρο δεν είναι υποδεέστερη σε σχέση με την ποιητική παραγωγή, όπως υποστηρίζεται κατά καιρούς. Ούτε ισχύει η αφ’ υψηλού και απαξιωτική διαπίστωση ότι η κυπριακή πεζογραφία είναι αγκιστρωμένη στη θεματική του 1974, αφού πολλά αφηγήματα καταπιάνονται με μικρά και μεγάλα θέματα της ζωής, με οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα. Από τις εκδόσεις του 2008 και του 2009 (τουλάχιστον όσες έχω υπόψη μου) έχω ξεχωρίσει οχτώ αξιανάγνωστα και αξιόλογα βιβλία δημιουργικής πεζογραφίας, από τα οποία κανένα δεν συνδέεται με τη θεματική του 1974. Τρία από αυτά ανήκουν στη θαλερή «γενιά του 1960»: Ο Πάνος Ιωαννίδης επανήλθε δριμύτερος με το ογκώδες μυθιστόρημά του «Αμερική ’62», στο οποίο καταθέτει ένα «ιδιότυπο οδοιπορικό» για τη «χώρα των σύγχρονων Λωτοφάγων», ενώ παράλληλα αγγίζει με τη δύναμη της σατιρικής και ειρωνικής γραφής του ποικίλα θέματα. Έντονα σατιρικό είναι και το πιο οικονομημένο μυθιστόρημα του Γιάννη Κατσούρη «Τα κατά Ευαγόραν και Ευγενίαν ή Οι αγώνες του κερατά», στο οποίο ο πεζογράφος επανέρχεται σε ένα από τα πιο αγαπημένα του θέματα· τη σάτιρα ιερωμένων και αξιωματούχων της Εκκλησίας που επιδίδονται σε εμπορικές και ερωτικές δραστηριότητες. Εξάλλου, η Ρήνα Κατσελλή συγκέντρωσε σε έναν ογκώδη τόμο το μυθιστορηματικό χρονικό «Κερύνεια εκ στόματος γερόντων», που απαρτίζεται από διηγήσεις ηλικιωμένων γύρω από τον κόσμο της Κερύνειας του όψιμου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα. Δυο αφηγήματα οφείλονται σε εκπροσώπους της λεγόμενης «γενιάς του 1974». Η Μυρτώ Αζίνα, ύστερα από ένα εφηβικό ημερολογιακό αφήγημα και δυο τόμους με μικρά πεζά, προχώρησε στο «Πείραμα», ένα ιδιόμορφο, σπονδυλωτό αφήγημα με επιμέρους διηγήσεις που τείνουν να ενορχηστρωθούν και να προσεγγίσουν τη δομή ενός μυθιστορήματος, στο οποίο πειραματίζεται τόσο με τις σχέσεις του ερωτικού ζευγαριού που πρωταγωνιστεί στο κείμενό της όσο και με ζητήματα ποιητικής. Ο Σάββας Παύλου, ύστερα από σειρά βιβλίων με μικρότερα πεζά (όπου ξεχωρίζουν τα μπορχεσιανής υφής «Το επί πλέον» και «Η πρώτη κίνηση»), εκδίδει ένα πρώτο, πειραματικό μυθιστόρημα, στο οποίο συμπλέκονται με απροσδόκητο τρόπο διαφορετικές περιοχές (η ανθρωπιστική παιδεία, η φυσική και η πληροφορική), για να αναδειχθεί το ίδιο το κείμενο ως γλωσσική κατασκευή.

Από τη νεότερη «γενιά» (που εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1990 ή του 2000) προέρχονται άλλα τρία βιβλία που αξίζουν την προσοχή μας. Πρώτα η συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη «Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ», στα οποία ο συγγραφέας αξιοποιεί και προεκτείνει το παράδειγμα του Μπόρχες επιχειρώντας να δει «το φανταστικό προσωπείο της πραγματικότητας». Ύστερα η νουβέλα «Με ναργιλέ σβησμένο» της Μαρίας Ολυμπίου, ένα ταξίδι στην πολύπαθη Βηρυτό, στον κόσμο της Ανατολής και του Άλλου. Και, τέλος, τα διηγήματα του Απόστολου Μακρίδη «Έργα και ημέρες ενός χαμένου κορμιού», στα οποία δεσπόζουν οι λοξές, απομυθοποιητικές και διεισδυτικές ματιές στα πράγματα και στη ζωή μας.
Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Κύπριοι, όχι μόνο πολιτικοί αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών (όπως ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, η πεζογράφος Λίνα Σολομωνίδου και ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν), νιώθουν την ανάγκη να γράψουν αυτοβιογραφίες ή απομνημονεύματα. Η παραγωγή αυτή είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην καταλήγει στον ναρκισσισμό, την εγωπάθεια ή τη στεγνή καταγραφή. Ο συγγραφέας, για να κερδίσει τον αναγνώστη του, θα πρέπει να βρει τους κατάλληλους αφηγηματικούς τρόπους για να εξιστορήσει ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ή για να καταστήσει σημαντικά μέσω της αφήγησης και τα πιο μικρά και ασήμαντα στιγμιότυπα της ζωής και της εποχής του. Πάντως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πρόσφατη «Επιστροφή» του πανεπιστημιακού Αντώνη Μοδινού, όπου το προσωπικό και το επουσιώδες ή ακόμα και οι σκόρπιες αναφορές στο κυπριακό ιστορικό πλαίσιο του 1950 ή του 1960 δεν καταξιώνονται μέσω της αφήγησης. Με τον ίδιο τρόπο δεν καταξιώνεται ως μυθοπλασία το πρόσφατο αφήγημα με τον τίτλο «Εν μέρει ελληνίζων» του Ελλαδίτη ιστορικού Μιλτιάδη Χατζόπουλου, με το οποίο φιλοδόξησε να μυθοποιήσει μερικές πτυχές από τη ζωή στην Κύπρο στα χρόνια του αντιβρετανικού αγώνα (ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Ρόδη Ρούφου και άλλων). Όμως, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι μυθιστοριογράφοι!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

«Man som hatar kvinnor» (2009)


Ο Σουηδός δημοσιογράφος Stieg Larsson ποτέ του δεν θα φανταζόταν πως τα τρία ολοκληρωμένα -αλλά ανέκδοτα- μυθιστορήματά του θα γίνονταν ευπώλητα σε ολόκληρο τον πλανήτη, αμέσως μετά τον θάνατό του το 2004. Ούτε βεβαίως πως το πρώτο από αυτά, «Το κορίτσι με το τατουάζ», θα μεταφερόταν στον κινηματογράφο και εν έτει 2009 θα θεωρείτο ως μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες της χρονιάς. Ο δημοφιλής στην χώρα του Larsson (όχι μονάχα για τα άρθρα του αλλά και για την συμμετοχή του σε ακτιβιστικές δραστηριότητες) άφησε στους κληρονόμους του μια ανέκδοτη τριλογία μυθιστορημάτων, υπό τον τίτλο «Millenium trilogy», με την εντολή να τα εκδώσουν, σαν να γνώριζε πως θα έφευγε πρόωρα από την ζωή (πάντως ο θάνατός του θεωρείται από κάποιους ύποπτος – υπάρχουν δεκάδες σχετικά κείμενα στο διαδίκτυο). Η ακριβής μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά είναι «Οι άντρες που μισούν τις γυναίκες», αλλά φαίνεται πως η βιομηχανία του θεάματος θεώρησε πως θα έπρεπε να τον αντικαταστήσει με κάποιον περισσότερο λαμπερό και πιασάρικο. Δύσκολο να πεις πως η ταινία είναι απλώς ένα θρίλερ, ένα φιλμ μυστηρίου. Άλλωστε το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, όπως το έχουμε συνηθίσει παρακολουθώντας αμερικανικές ταινίες, διαφέρει κατά πολύ όταν έχουμε να κάνουμε με ταινίες που η γλώσσα τους είναι διαφορετική από την αγγλική. Κι όμως είναι τα ευρωπαϊκά φιλμ που έφεραν την ανανέωση και γενικά έναν καινούριο αέρα την τελευταία δεκαετία. Ο Μίκαελ Μπλόμκβιστ είναι ένας μεσήλικας δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού Millennium, ο οποίος προσεγγίζεται από έναν μεγιστάνα του πλούτου και του ανατίθεται μια περίεργη αποστολή: να ανακαλύψει την –θεωρούμενη ως νεκρή- ανιψιά του. Έχοντας ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση για δυσφήμηση ενός διεφθαρμένου επιχειρηματία, ο πρωταγωνιστής αποδέχεται την αποστολή και ξεκινάει μία έρευνα η οποία εξαρχής μοιάζει καταδικασμένη. Την λύση έρχεται να δώσει μια νεαρή κοπέλα, η Λίζμπεθ Σαλάντερ, η οποία παρακολουθεί αθόρυβα την ζωή του Μπλομκβιστ. Μαζί θα πρέπει να ξεσκεπάσουν τις αμαρτίες που επιμελώς κρύβει μια ολόκληρη οικογένεια, αμαρτίες που θα παρασύρουν και θα εξαγνίσουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Ουσιαστικά το κεντρικό πρόσωπο δεν είναι ο (εξαιρετικός) Michael Nyqvist αλλά «η κοπέλα με το τατουάζ», την οποία ερμηνεύει (και όντως πρόκειται για μια αξέχαστη ερμηνεία...) η Noomi Rapace, ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα του σουηδικού κινηματογράφου. Η gothic εμφάνισή της αμέσως δίνει στον θεατή την εντύπωση πως πρόκειται να ταυτιστεί με μια ηρωίδα που όμοιά της σίγουρα δεν έχει ξαναδεί σε φιλμ μυστηρίου. Η αντικοινωνική της συμπεριφορά αλλά και οι δαίμονες που τυραννούν την ψυχή της, ενώ φαινομενικά φαίνονται κάτι άσχετο σεναριακά που καθυστερεί την δράση, εν τούτοις στο τέλος όλα τα κομμάτια του σκαριφήματος θα ενωθούν, συνθέτοντας μια εικόνα τόσο παραμορφωμένη, όσο και λυτρωτική. Και είναι αυτό ακριβώς το μεγάλο σκηνοθετικό και σεναριακό επίτευγμα. Εκεί που η δράση κοντεύει να φτάσει στο μηδέν (πρόκειται άλλωστε για ταινία των 152 λεπτών), ξαφνικά οι εξελίξεις εκτινάσσουν στα ύψη την αδρεναλίνη και την αγωνία. Στην ταινία θίγονται θέματα όπως η αρρωστημένη προσκόλληση στην θρησκεία, η σεξουαλική διαστροφή, η βία, η μοναξιά. Κι αυτό το τελευταίο είναι που κυριαρχεί στην ζωή των δύο πρωταγωνιστών. Μια απέραντη μοναξιά, η οποία τους ένωσε πρόσκαιρα και ξαφνικά τους χώρισε για πάντα. Γυρισμένο στην πανέμορφη Σουηδία (η φωτογραφία της ταινίας είναι εκθαμβωτική) και με πάμπολλα εξωτερικά γυρίσματα σε λίμνες, ποταμούς και χιονισμένα τοπία, το φιλμ που έκανε πρεμιέρα πριν λίγο μόλις καιρό στην Δανία, κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (αν και στην Κύπρο είναι απίθανο να προβληθεί), την ίδια στιγμή που ετοιμάζεται να βγει στα ευρωπαϊκά σινεμά η συνέχεια, υπό τον τίτλο «The girl who played with fire» (βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο του Larsson). Στα αξιοσημείωτα η μουσική του Jacob Groth, όπως επίσης και η σύντομη εμφάνιση της –ελληνικής καταγωγής- Αλεξάνδρας Πασχαλίδου (καταξιωμένη τηλεπαρουσιάστρια στην Σουηδία) στον ρόλο μιας ρεπόρτερ που καλύπτει την δίκη του πρωταγωνιστή.
Απόστολος Μακρίδης


Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009

Προβολή δεύτερη: "Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση"


Έτος παραγωγής: 1971
Σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης
Σενάριο: Ντίνος Κατσουρίδης, Ασημάκης Γιαλαμάς
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βέγγος, Έφη Ροδίτη, Κατερίνα Γώγου
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Διάρκεια: 85'
Διακρίσεις: Βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου και α΄ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Σχόλιο: Χωρίς να θέλω να γίνω υπερβολικός θα πω πως κατά την ταπεινή μου (ταπεινότατη) άποψη, αυτή η ταινία είναι μια από τις δέκα καλύτερες ελληνικές όλων των εποχών (διάφοροι γνωστοί ελλαδίτες κριτικοί την έχουν χαρακτηρίσει ως την καλύτερη ελληνική ταινία που γυρίστηκε ποτέ...).
Επίσης κάτι που ελάχιστοι ελληνοκύπριοι γνωρίζουν: ο Ντίνος Κατσουρίδης είναι συμπατριώτης μας...
Πραγματικά ζηλεύω όσους πρόκειται να την δουν για πρώτη φορά. Διότι δεν πρόκειται να ξεχάσω τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η δική μου πρώτη θέαση και ανάγνωση της ταινίας...